• Η εγγύηση εργασίας κοστίζει πολύ λιγότερο από όσο η ανεργία

    Η εγγύηση εργασίας κοστίζει πολύ λιγότερο από όσο η ανεργία

    Η έρευνά μας στο Levy Economics Institute [9] δείχνει ότι ένα μεγάλο πρόγραμμα εγγύησης θέσεων εργασίας, το οποίο θα απασχολεί 15 εκατομμύρια άτομα στα 15 δολάρια την ώρα με παροχές, θα ενίσχυε μόνιμα την οικονομική ανάπτυξη κατά 550 δισεκατομμύρια δολάρια (περισσότερο από 2,5% του ΑΕΠ) και την απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα από τρία έως τέσσερα εκατομμύρια θέσεις εργασίας, χωρίς να προκαλεί πληθωρισμό. Θα παρέχει σημαντική ανακούφιση στους κρατικούς προϋπολογισμούς και θα μειώσει τις συνολικές δαπάνες πρόνοιας σε άλλα προγράμματα. Το τίμημα; Μόνο 1,3% του ΑΕΠ -όχι υψηλό τίμημα για πλήρη απασχόληση, σταθερότητα τιμών και οικονομική ασφάλεια. Η επίπτωση από την COVID-19 μπορεί να απαιτεί το πρόγραμμα να είναι μεγαλύτερο από το προηγουμένως αναμενόμενο, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: με τον Συνέχεια...
  • 1
  • 2
  • 3
Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Η σημερινή μας επιλογή

Η αξιολόγηση στην κοινωνία και στη ζωή μας


Παρά τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει στη ζωή μας η έννοια της αξιολόγησης, φαίνεται πως αυτή αντιμετωπίζεται με ένα πνεύμα επιφυλακτικότητας και καχυποψίας. Η αξιολόγηση συνδέεται και συνδυάζεται, θεωρητικά και πρακτικά, με την εκάστοτε κρίση, αποτίμηση και αντίστοιχη επιλογή, στην οποία οδηγούμαστε, για αυτό που θεωρούμε ως το δέον και το επιβαλλόμενο να πραγματοποιηθεί, καθώς κρίνουμε και πιστεύουμε ότι διαθέτει τα περισσότερα πλεονεκτήματα. Η καθημερινότητά μας από την πολύ μικρή ηλικία είναι συνυφασμένη με αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες, στην ουσία, προσδιορίζουν την επαγγελματική και κοινωνική διαδρομή μας. Προβαίνουμε σε θετικές ή αρνητικές αξιολογήσεις και επιλογές, με βάση ένα διευρυμένο αξιολογικό πλαίσιο αρχών και ενδιαφερόντων, θέτοντας και υπηρετώντας συγκεκριμένους στόχους και συγκεκριμένες επιδιώξεις. Αξιολογούμε τα προσόντα που διαθέτουμε, αξιολογούμε τις απαιτήσεις κάθε αντίστοιχης θέσης που διεκδικούμε, με βάση πάντα κατατεθειμένες προϋποθέσεις. Κατά αντίστοιχο τρόπο ενδιαφερόμαστε να αποκτούμε προσόντα και εφόδια ώστε σε κάθε μελλοντική διεκδίκηση και αντίστοιχη αξιολογική κρίση να είμαστε έτοιμοι όσο γίνεται καλύτερα και πληρέστερα για την επιτυχή έκβαση του κάθε εγχειρήματος.

Σε καθημερινή βάση, άμεσα ή έμμεσα, αξιολογούμε αυτό που κάνουμε ή προσδοκούμε, διαπιστώνουμε τις δυνατότητες, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες, βελτιωνόμαστε ή προσπαθούμε να βελτιωθούμε, γινόμαστε καλύτεροι, αποφεύγουμε τις αστοχίες, ακολουθούμε μία θετική και ανοδική πορεία μέσα από μία διαρκή διαδικασία αξιολόγησης και αυτοαξιολόγησης πεπραγμένων και στόχων. Χαιρόμαστε ιδιαίτερα όταν γινόμαστε αποδέκτες θετικών αξιολογικών κρίσεων. Ασφαλώς, η αξιολόγηση αφορά και αναφέρεται σε μεμονωμένα άτομα, σε ομάδες και οργανισμούς, στην κοινωνία ολόκληρη. Γεννάται, ωστόσο, το ερώτημα για τους λόγους που οδηγούν σε επιφυλάξεις ή πιθανόν και σε μία αρνητική στάση απέναντι στην αξιολόγηση από μία μεγαλύτερη ή μικρότερη ομάδα της κοινωνίας μας.

Μία πρώτη βασική παράμετρος που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη είναι ότι ο χαρακτήρας της αξιολόγησης πρέπει να είναι διαπιστωτικός και προωθητικός. Να εμπεριέχει προτάσεις και στοιχεία που συμβάλλουν ώστε ο καθένας προσωπικά, ομαδικά ή θεσμικά να γίνεται καλύτερος και για τον εαυτό του και για το κοινωνικό σύνολο. Η οποιαδήποτε αξιολόγηση δεν πρέπει να έχει έναν τιμωρητικό χαρακτήρα για τον αξιολογούμενο. Αρνητική αξιολόγηση σε κάποια φάση και για κάποια δεδομένα δεν σημαίνει υποχρεωτικά έλλειψη προσόντων ή έλλειψη ικανοτήτων και πολύ περισσότερο δεν σημαίνει ότι χάνω εξαιτίας μίας αρνητικής αξιολογικής κρίσης τη θέση εργασίας μου ή τους όρους και τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με τα οποία προσφέρω τις υπηρεσίες μου.

Ενα δεύτερο στοιχείο είναι η διαμόρφωση ενός ευρύτερα αποδεκτού αξιολογικού πλαισίου. Αυτό έχει να κάνει με κριτήρια, μεθόδους και προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση ενός τέτοιου πλαισίου, με πρακτικές που προτείνονται και που θα ακολουθηθούν και οι οποίες σε πνεύμα σεβασμού, αντικειμενικότητας και αξιοπιστίας θα αναδεικνύουν συγκεκριμένες παραμέτρους που θα ληφθούν υπόψη και θα οδηγούν, συνολικά, σε βελτιωτικές προτάσεις και παρεμβάσεις.

Είναι γεγονός ότι σημαντικό ρόλο στη διαδικασία αυτή διαδραματίζει η επόμενη ημέρα μιας αξιολογικής διαδικασίας, καθώς άτομα, φορείς και πρωτίστως η πολιτεία οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη και να υλοποιούν πορίσματα και προτάσεις αυτής της διαδικασίας, ώστε να μην επανερχόμαστε στις ίδιες διαπιστώσεις και να μην αναζητούμε ευθύνες εκεί που δεν υπάρχουν. Η επίκληση και μόνο κάποιων εννοιών, όπως η αποδοχή και η σημαντικότητα της αξιολόγησης, δεν αντιμετωπίζει από μόνη κανένα ζήτημα στην ουσία του. Απαιτούνται σχέδιο και όραμα, με σεβασμό, δικαιοσύνη, αντικειμενικότητα, εγκυρότητα και αξιοπιστία.

Ο κ. Γεώργιος Δ. Καψάλης είναι πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Εμεις και οι γείτονες μας.......

  • Αξίζει να θυσιαστεί η Κύπρος για ένα ερμαφρόδιτο διάλογο; Ο Ερντογάν σπάει το εθνικό μέτωπο Αθήνας-Λευκωσίας…
  • Τουρκικός αναθεωρητισμός: Υπάρχει τελικά και πόσο απειλητικός είναι;
  • Σύντομο μάθημα για όσους παπαγαλίζουν τους τουρκικούς ισχυρισμούς

Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι ούτε σημερινός, ούτε χθεσινός. Εκτός όλων των άλλων, απέδειξε με το σικέ πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, ότι είναι και αρχισυνωμότης.

Πολλά τα παραδείγματα, όλα γνωστά. Οι αποκαλύψεις των Τούρκων ακτιβιστών, που βρήκαν καταφύγιο στη Σουηδία είναι συγκλονιστικές και αφορούν επίσης τα σχέδια της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας.

Παίζει ξανά πόκερ με ανοικτά μάλιστα χαρτιά, και πιστεύει ότι έχει απέναντι του εύκολο αντίπαλο, την Ελλάδα, καθώς διίστανται οι απόψεις για τον λόγο για τον οποίο προχώρησε σε τακτική «υποχώρηση» ο Ταγίπ Ερντογάν.

Προσωπικά πιστεύω ότι δεν περίμενε την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης και την κινητοποίηση του Πολεμικού Ναυτικού. Το πιστεύω ακράδαντα.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι άδραξε την ευκαιρία που του έδωσε η Άγγελα Μέρκελ και αγκιστρώθηκε στην πρότασή της. ‘Έτσι τρόπος του λέγειν υποχώρησε χωρίς μάλιστα να τσαλακωθεί.

Πιστεύω και κάτι άλλο, και πρέπει ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης να κοιτάξει το θέμα επειγόντως. Ας μην τρέφουμε


Πολύς λόγος γίνεται στη διεθνή κοινότητα τα τελευταία χρόνια σχετικά με τις στοχεύσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και τον “τουρκικό αναθεωρητισμό”. Είναι η Τουρκία αναθεωρητικό κράτος ή αυτή η έννοια αποτελεί απλώς ένα εφεύρημα στην σκέψη κάποιων που υπερβάλλουν επειδή νιώθουν απειλούμενοι; Και ποια είναι η κρίσιμη ύλη στα συστατικά ενός κράτους για να χαρακτηρισθεί ως αναθεωρητικό;
Για να δοθούν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, επιβάλλεται να εξεταστεί και να ερμηνευθεί η τουρκική εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών υπό το πρίσμα των ταχέως εξελισσόμενων καταστάσεων που διενεργούνται στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και ευρύτερα.

Καταρχάς, τα κράτη που εκδηλώνουν αναθεωρητική πολιτική παρουσιάζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Οικονομία με δυνατότητα να χρηματοδοτεί φανερές και μυστικές προσπάθειες επιρροής, απόλυτα ελεγχόμενες ένοπλες δυνάμεις, εθνικιστική προδιάθεση σε πολιτικά θέματα και ζητήματα ασφαλείας, υπερσυγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του ηγέτη τους και έντονη προσπάθεια επιρροής σε γειτονικά κράτη με χρήση μυστικής και εξαναγκαστικής διπλωματίας. Ποια από αυτά


Σύντομο μάθημα για όσους παπαγαλίζουν τους τουρκικούς ισχυρισμούς, Δημήτρης Χατζηδημητρίου
Εάν έχει επιτύχει κάτι η Τουρκία με την σταθερή προβολή της διεκδικητικής πολιτικής της αυτό είναι ότι έχει κατορθώσει να πείσει, εκτός από ενίους διεθνείς παράγοντες και ένα τμήμα Ελλήνων δημοσιολόγων, οι οποίοι διαθέτουν μεγάλη πρόσβαση σε εγχώρια ΜΜΕ. Επίσης, διαθέτουν και αξιοθαύμαστη επιμονή, στα όρια της εμμονής, στην προβολή των απόψεων τους ότι η Άγκυρα επιδιώκει τον διάλογο, τον οποίον απορρίπτει η Αθήνα, αν και ορισμένοι πηγαίνουν παραπέρα αποδεχόμενοι τους τουρκικούς ισχυρισμούς!

Συναφώς, ως επιτυχία της Άγκυρας καταγράφεται και η κατίσχυση της εντύπωσης ότι μεταξύ των δύο χωρών υφίστανται διαφορές προς επίλυση κι όχι μονομερείς τουρκικές αξιώσεις, επί των οποίων καλείται η Αθήνα να συμφωνήσει πως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παρά την περί του αντιθέτου παγιωμένη εντύπωση, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 κι έκτοτε, δοκίμασαν την διαδικασία του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης με την Τουρκία, την οποία η