• Η εγγύηση εργασίας κοστίζει πολύ λιγότερο από όσο η ανεργία

    Η εγγύηση εργασίας κοστίζει πολύ λιγότερο από όσο η ανεργία

    Η έρευνά μας στο Levy Economics Institute [9] δείχνει ότι ένα μεγάλο πρόγραμμα εγγύησης θέσεων εργασίας, το οποίο θα απασχολεί 15 εκατομμύρια άτομα στα 15 δολάρια την ώρα με παροχές, θα ενίσχυε μόνιμα την οικονομική ανάπτυξη κατά 550 δισεκατομμύρια δολάρια (περισσότερο από 2,5% του ΑΕΠ) και την απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα από τρία έως τέσσερα εκατομμύρια θέσεις εργασίας, χωρίς να προκαλεί πληθωρισμό. Θα παρέχει σημαντική ανακούφιση στους κρατικούς προϋπολογισμούς και θα μειώσει τις συνολικές δαπάνες πρόνοιας σε άλλα προγράμματα. Το τίμημα; Μόνο 1,3% του ΑΕΠ -όχι υψηλό τίμημα για πλήρη απασχόληση, σταθερότητα τιμών και οικονομική ασφάλεια. Η επίπτωση από την COVID-19 μπορεί να απαιτεί το πρόγραμμα να είναι μεγαλύτερο από το προηγουμένως αναμενόμενο, αλλά ένα πράγμα είναι σίγουρο: με τον Συνέχεια...
  • 1
  • 2
  • 3
Τρίτη, 4 Αυγούστου 2020

Η σημερινή μας επιλογή

Η βουλιμική διαταραχή του Erdogan Bey


Όποιος εξακολουθεί να συμπεραίνει πως ο Ταγίπ Ερντογάν μπλοφάρει δεν έχει ακόμη αντιληφθεί πως στη σύγχρονη ιστορία του τουρκικού κράτους η ηγεσία της γειτονικής χώρας δεν κατέφυγε ποτέ στην μπλόφα.

Η Τουρκία υπό οποιαδήποτε εκδοχή πολιτικής ηγεσίας, κοσμική ή ισλαμιστική, φιλοευρωπαϊκή ή φιλο-ασιατική, φιλονατοϊκή ή φιλορωσική, υλοποιεί δόγματα εξωτερικής πολιτικής που οι υπηρεσίες του κράτους έχουν επεξεργαστεί εδώ και καιρό.

Η υπογραφή μνημονίου κατανόησης ή συμφωνίας μεταξύ της Τουρκίας και της μισής Λιβύης καταδεικνύει με ξεκάθαρο τρόπο το πώς μεθοδεύει η Άγκυρα την αλλαγή του μεταπολεμικού status quo στο Αιγαίο αλλά και τη διαμόρφωση των ζωνών επιρροής της Τουρκίας στην Κεντρική και Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για μία συνολική στρατηγική που διαμορφώνει η Άγκυρα στη βάση της αντίληψης του καθεστώτος Ταγίπ Ερντογάν για τη θέση της Τουρκίας στον σύγχρονο κόσμο. Η απόκτηση - κατασκευή αεροπλανοφόρων, η κατασκευή ενός γιγαντιαίου στόλου επιθετικών drones, η ραγδαία αύξηση πυρός των ναυτικών δυνάμεων, η προσπάθεια κατασκευής ή απόκτησης επιθετικών πυραυλικών συστημάτων, όλα αυτά εντάσσονται σε μία λογική.

Η λογική αυτή την οποία καλλιεργεί ο ίδιος ο Ερντογάν αποσκοπεί στη στρατιωτική μόνιμη παρουσία της Τουρκίας στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο καθώς και στην Κεντρική και Ανατολική Μεσόγειο μέσω Λιβύης. Ήδη η Τουρκία διαθέτει μόνιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις σε λιβυκό έδαφος. Επιδιώκει την κατασκευή δύο ναυτικών βάσεων στην Ερυθρά Θάλασσα (Σομαλία και Σουδάν) ενώ ήδη διαθέτει στρατιωτική βάση στο Κατάρ (η οποία επεκτείνεται). Η συμφωνία της Τουρκίας με το καθεστώς της Τρίπολης της Λιβύης (η χώρα αυτή βρίσκεται σε εμφύλιο πόλεμο) για την οριοθέτηση των ΑΟΖ των δύο χωρών αποσκοπεί στην ευρύτερη ανατροπή δεδομένων στην περιοχή και όχι μόνον στην αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Είναι δηλαδή μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού και όχι μία πρωτοβουλία τοπικής εμβέλειας.

Ο τρόπος με τον οποίο ενεργεί και θα ενεργεί η Τουρκία στο ορατό μέλλον καταδείχτηκε με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία εδώ και πάνω από ένα χρόνο. Αφρίν, Μανμπίζ, Ιτλίμπ και τέλος η πρόσφατη μαζική εισβολή στα εδάφη των Κούρδων. Η Άγκυρα έδειξε και απέδειξε πως είναι σε θέση να εκβιάζει, να διαπραγματεύεται και να συνομιλεί με τους μεγάλους παίκτες: τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Έδειξε και απέδειξε πως είναι σε θέση να διαπραγματεύεται και μάλιστα επιτυχώς με μεσαίους παίκτες, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία και Γαλλία. Έδειξε (και απέδειξε) πως είναι σε θέση να αγοράσει βρετανικές πατέντες και να τις βελτιώσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποκτήσει έναν αποτελεσματικό στόλο μη επανδρωμένων και αεροσκαφών εξοπλισμένων με επιθετικούς πυραύλους εδάφους –εδάφους και αέρος– επιφανείας, με τα οποία ελέγχει ευρύτατες περιοχές στη Μαύρη Θάλασσα, το Αιγαίο, την Κεντρική Μεσόγειο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και το Ιράκ.

Ο Ερντογάν ως ασπίδα, επιθετικό δόρυ αλλά και διαπραγματευτικό ατού για τη μεθόδευση των σχεδιασμών του χρησιμοποιεί τη θρησκεία. Δηλαδή, το Ισλάμ. Λειτουργεί όπως ακριβώς οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι χρησιμοποιώντας έναν διχαστικό πολιτικό λόγο στο εσωτερικό και έναν διεθνιστικό - ενωτικό αλλά πάντα ισλαμιστικό στο εξωτερικό.

Όμως η Τουρκία, όπως ανέκαθεν ενεργούσε, επικαλείται πάντα κάποια νομική επίφαση όταν πυροδοτεί μία μακρόχρονη διπλωματικο-στρατιωτική δυναμική. Η νομική αυτή επίφαση μπορεί να είναι ισχνή, σχεδόν ανύπαρκτη. Όμως πάντα την επικαλείται σε μία προσπάθεια να δημιουργεί έστω και μέσω παραβάσεων και παρανομιών, κάποια επίφαση Δικαίου, τουλάχιστον στα μάτια των ιδεολογικών πελατών της που είναι το Ισλάμ και η ευρασιατική προοπτική.

Στην παρούσα φάση η Τουρκία θεωρεί πως οι μεταπολεμικές διευθετήσεις σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν ένα περιβάλλον «Συνθήκης των Σεβρών». Πρόκειται για τη Συνθήκη που υπεγράφη από τους Συμμάχους μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και με την οποία θεσπίστηκε η κατάτμηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για την Άγκυρα αυτή η Συνθήκη των Σεβρών αντικαταστάθηκε με εκείνη της Λωζάνης η οποία και αυτή με τη σειρά της πρέπει να αντικατασταθεί. Πρόκειται δηλαδή για μια συνεχή, μόνιμη μεθόδευση ιστορικού αναθεωρητισμού. Πρόκειται για αυτοσκοπό του Ερντογάν. Είναι η οραματική ανασύσταση του Οθωμανικού Χαλιφάτου το οποίο υφαρπάχτηκε από τους Μαμελούκους της Αιγύπτου (το 1517 επί Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς). Μιλάμε για εμμονική στοχοπροσήλωση.

Όλα τα παραπάνω αναφέρθηκαν για να στοιχειοθετηθεί μία βασική παράμετρος του ζητήματος. Ότι δηλαδή η Τουρκία, ο Ερντογάν, το στρατιωτικο-θρησκευτικό σύμπλεγμα εξουσίας δεν μπλοφάρουν. Προειδοποιούν και μεθοδεύουν. Στον αντίποδα αυτής της δεδομένης κατάστασης στην Τουρκία, όπου επί της ουσίας δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ της εξουσίας και της αντιπολίτευσης, έχουμε την ελληνική πραγματικότητα. Η τελευταία ενεργή πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς ως προς τις εκκρεμότητες με την Τουρκία ήταν η υπόθεση της Συμφωνίας του Ελσίνκι επί Σημίτη (οδικός χάρτης κ.λπ.), το σύνολο των εξοπλιστικών προγραμμάτων που υλοποιήθηκαν τότε (κυβερνήσεις Σημίτη) και η συμφωνία της Μαδρίτης (Σημίτη - Ντεμιρέλ). Κορυφαία τότε στιγμή η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ (πάλι επί Σημίτη). Έκτοτε τίποτε. Αντιθέτως. Ο Κώστας Καραμανλής επέβαλε το δόγμα της διπλωματικής απραξίας (δόγμα Μολυβιάτη) και ακύρωσε το Ελσίνκι. Οι επόμενες κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν το μαύρο σκότος της οικονομικής ανέχειας. Πτώχευση σημαίνει πως δεν υπάρχουν περιθώρια ούτε για ενεργό διπλωματία ούτε για εξοπλισμούς. Τελευταία αναλαμπή, μάλλον ως ονείρωξη εμφανίστηκε, ήταν η μεθόδευση Αποστολάκη (υπουργός Άμυνας) ως προς τα ανταλλάγματα που θα ελάμβανε η Ελλάδα για την υπογραφή της συμφωνίας με τις ΗΠΑ για τις στρατιωτικές βάσεις και διευκολύνσεις. Από τον Ιούλιο του 2019 ο προγραμματισμός αυτός του Αποστολάκη ακυρώθηκε από τη νέα κυβέρνηση.

Η τοποθέτηση του Νίκου Δένδια και των υφισταμένων του υφυπουργών στο Υπουργείο Εξωτερικών εξελήφθη από την τουρκική διπλωματία ως λευκή πετσέτα εκ μέρους της Αθήνας. Η επιλογή της Αθήνας να ασχοληθεί κατά κύριο λόγο με το Μεταναστευτικό και όχι με το μείζον που είναι οι εκκρεμότητες με την Τουρκία εξελήφθη ως αδυναμία.

Η ακύρωση της οριοθέτησης της ελληνικής ΑΟΖ στην Αδριατική - Ιόνιο που ήταν προγραμματισμένη ήδη από την κυβέρνηση Τσίπρα, που ούτε εκείνος υλοποίησε, εκλαμβάνεται από την Άγκυρα ως διπλωματική δειλία. Η μη ενεργή στήριξη από την Αθήνα της κυβέρνησης της Βεγγάζης και του στρατάρχη Χαφτάρ, αντίπαλου της κυβέρνησης της Τρίπολης (που στηρίζεται από την Τουρκία), εκλαμβάνεται από την Άγκυρα ως διπλωματική και στρατιωτική ανυπαρξία. Η συνειδητή κωλυσιεργία της Αιγύπτου για οριοθέτηση των ΑΟΖ ερμηνεύτηκε από την τουρκική πλευρά ως αποτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Είναι ξεκάθαρο πως η σημερινή κυβέρνηση στην Αθήνα δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιμένει κάτι σημαντικό εκ μέρους του ΝΑΤΟ ή των ΗΠΑ. Η μοναξιά της είναι ευθέως ανάλογη της διπλωματικής ραστώνης που παρατηρείται στο ΥΠΕΞ. Οι πετρελαϊκοί κολοσσοί και οι εμπορικοί εταίροι στην Ανατολική Μεσόγειο δεν θα διακινδυνεύσουν τις επενδύσεις και τα κέρδη τους, κυρίως δε τις θέσεις που έχουν κατοχυρώσει στην περιοχή, επιλέγοντας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Και αν είχαν να επιλέξουν, μάλλον, θα επέλεγαν την Τουρκία.

Χρειάζεται άμεσα μια πλήρης στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής με νέο αλλά άμεσο σχεδιασμό. Πρέπει να επιδιωχθεί άμεσα η απόκτηση αποτελεσματικών οπλικών συστημάτων αποτρεπτικής ισχύος. Δεν αρκεί η διαχείριση της εξοπλιστικής ανεπάρκειας με υλικό δεύτερης και τρίτης κατηγορίας. Η ελληνική κοινωνία οφείλει να αντιληφθεί πως ο Ερντογάν πέρασε από τη φάση της αδηφαγίας σε εκείνη της βουλιμίας. Αυτό ισχύει και για την εσωτερική πολιτική του. Μόνον που σε αυτή τη φάση η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να περιμένει κάποια, έστω ελάχιστη βοήθεια από τουρκικά προοδευτικά κινήματα. Είναι απλά ανύπαρκτα. Η ιδεολογική κυριαρχία του συστήματος Ερντογάν είναι απόλυτη.

Συμπέρασμα: Η κατάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις λίγο απέχει από τη δημιουργία συνθηκών Casus Beli. Ένα τουρκικό γεωτρύπανο κάτω από τη Γαύδο είναι πλέον ένα ορατό σενάριο.

Εμεις και οι γείτονες μας.......

  • Αξίζει να θυσιαστεί η Κύπρος για ένα ερμαφρόδιτο διάλογο; Ο Ερντογάν σπάει το εθνικό μέτωπο Αθήνας-Λευκωσίας…
  • Τουρκικός αναθεωρητισμός: Υπάρχει τελικά και πόσο απειλητικός είναι;
  • Σύντομο μάθημα για όσους παπαγαλίζουν τους τουρκικούς ισχυρισμούς

Ο Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι ούτε σημερινός, ούτε χθεσινός. Εκτός όλων των άλλων, απέδειξε με το σικέ πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016, ότι είναι και αρχισυνωμότης.

Πολλά τα παραδείγματα, όλα γνωστά. Οι αποκαλύψεις των Τούρκων ακτιβιστών, που βρήκαν καταφύγιο στη Σουηδία είναι συγκλονιστικές και αφορούν επίσης τα σχέδια της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας.

Παίζει ξανά πόκερ με ανοικτά μάλιστα χαρτιά, και πιστεύει ότι έχει απέναντι του εύκολο αντίπαλο, την Ελλάδα, καθώς διίστανται οι απόψεις για τον λόγο για τον οποίο προχώρησε σε τακτική «υποχώρηση» ο Ταγίπ Ερντογάν.

Προσωπικά πιστεύω ότι δεν περίμενε την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης και την κινητοποίηση του Πολεμικού Ναυτικού. Το πιστεύω ακράδαντα.

Άλλοι υποστηρίζουν ότι άδραξε την ευκαιρία που του έδωσε η Άγγελα Μέρκελ και αγκιστρώθηκε στην πρότασή της. ‘Έτσι τρόπος του λέγειν υποχώρησε χωρίς μάλιστα να τσαλακωθεί.

Πιστεύω και κάτι άλλο, και πρέπει ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης να κοιτάξει το θέμα επειγόντως. Ας μην τρέφουμε


Πολύς λόγος γίνεται στη διεθνή κοινότητα τα τελευταία χρόνια σχετικά με τις στοχεύσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και τον “τουρκικό αναθεωρητισμό”. Είναι η Τουρκία αναθεωρητικό κράτος ή αυτή η έννοια αποτελεί απλώς ένα εφεύρημα στην σκέψη κάποιων που υπερβάλλουν επειδή νιώθουν απειλούμενοι; Και ποια είναι η κρίσιμη ύλη στα συστατικά ενός κράτους για να χαρακτηρισθεί ως αναθεωρητικό;
Για να δοθούν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, επιβάλλεται να εξεταστεί και να ερμηνευθεί η τουρκική εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών υπό το πρίσμα των ταχέως εξελισσόμενων καταστάσεων που διενεργούνται στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου αλλά και ευρύτερα.

Καταρχάς, τα κράτη που εκδηλώνουν αναθεωρητική πολιτική παρουσιάζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Οικονομία με δυνατότητα να χρηματοδοτεί φανερές και μυστικές προσπάθειες επιρροής, απόλυτα ελεγχόμενες ένοπλες δυνάμεις, εθνικιστική προδιάθεση σε πολιτικά θέματα και ζητήματα ασφαλείας, υπερσυγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του ηγέτη τους και έντονη προσπάθεια επιρροής σε γειτονικά κράτη με χρήση μυστικής και εξαναγκαστικής διπλωματίας. Ποια από αυτά


Σύντομο μάθημα για όσους παπαγαλίζουν τους τουρκικούς ισχυρισμούς, Δημήτρης Χατζηδημητρίου
Εάν έχει επιτύχει κάτι η Τουρκία με την σταθερή προβολή της διεκδικητικής πολιτικής της αυτό είναι ότι έχει κατορθώσει να πείσει, εκτός από ενίους διεθνείς παράγοντες και ένα τμήμα Ελλήνων δημοσιολόγων, οι οποίοι διαθέτουν μεγάλη πρόσβαση σε εγχώρια ΜΜΕ. Επίσης, διαθέτουν και αξιοθαύμαστη επιμονή, στα όρια της εμμονής, στην προβολή των απόψεων τους ότι η Άγκυρα επιδιώκει τον διάλογο, τον οποίον απορρίπτει η Αθήνα, αν και ορισμένοι πηγαίνουν παραπέρα αποδεχόμενοι τους τουρκικούς ισχυρισμούς!

Συναφώς, ως επιτυχία της Άγκυρας καταγράφεται και η κατίσχυση της εντύπωσης ότι μεταξύ των δύο χωρών υφίστανται διαφορές προς επίλυση κι όχι μονομερείς τουρκικές αξιώσεις, επί των οποίων καλείται η Αθήνα να συμφωνήσει πως αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παρά την περί του αντιθέτου παγιωμένη εντύπωση, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 κι έκτοτε, δοκίμασαν την διαδικασία του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης με την Τουρκία, την οποία η